κολιέ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολιέ < γαλλική collier < λατινική collum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kwol-o- (λαιμός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολιέ ουδέτερο άκλιτο

  1. κόσμημα που φοριέται στο λαιμό και συνήθως αποτελείται από χάντρες περασμένες σε μια κλωστή

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]