κολλημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κολλημένος κολλημένη κολλημένο
γενική κολλημένου κολλημένης κολλημένου
αιτιατική κολλημένο κολλημένη κολλημένο
κλητική κολλημένε κολλημένη κολλημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κολλημένοι κολλημένες κολλημένα
γενική κολλημένων κολλημένων κολλημένων
αιτιατική κολλημένους κολλημένες κολλημένα
κλητική κολλημένοι κολλημένες κολλημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κολλώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.liˈmε.nos/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κολλημένος, -η, -ο

  1. που έχει κολλήσει, που έχει ενωθεί με κόλλα
    βρήκα μια ανακοίνωση κολλημένη στην πόρτα
  2. βαλμένος κοντά, δίπλα
    μην αφήσεις κενό, οι χαρακτήρες πρέπει να είναι κολλημένοι
  3. (μεταφορικά) που έχει τη συνήθεια να κάνει κάτι υπερβολικά, ο εθισμένος
    είναι κολλημένος με την τηλεόραση.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]