κολλητός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κολλητός κολλητή κολλητό
γενική κολλητού κολλητής κολλητού
αιτιατική κολλητό κολλητή κολλητό
κλητική κολλητέ κολλητή κολλητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κολλητοί κολλητές κολλητά
γενική κολλητών κολλητών κολλητών
αιτιατική κολλητούς κολλητές κολλητά
κλητική κολλητοί κολλητές κολλητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολλητός < κολλώ + -τός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κολλητός

  1. πολύ κοντινός
  2. εφαρμοστός, πολύ στενός (για ρούχα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολλητός αρσενικό, κολλητή θηλυκό

χτες πήγαμε και τα ήπιαμε με τον κολλητό μου


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]