κολοβώνομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]κολοβώνομαι
- παθητική φωνή του ρήματος κολοβώνω
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κολοβώνομαι | κολοβωνόμουν(α) | θα κολοβώνομαι | να κολοβώνομαι | ||
| β' ενικ. | κολοβώνεσαι | κολοβωνόσουν(α) | θα κολοβώνεσαι | να κολοβώνεσαι | (κολοβώνου) | |
| γ' ενικ. | κολοβώνεται | κολοβωνόταν(ε) | θα κολοβώνεται | να κολοβώνεται | ||
| α' πληθ. | κολοβωνόμαστε | κολοβωνόμαστε κολοβωνόμασταν |
θα κολοβωνόμαστε | να κολοβωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | κολοβώνεστε | κολοβωνόσαστε κολοβωνόσασταν |
θα κολοβώνεστε | να κολοβώνεστε | (κολοβώνεστε) | |
| γ' πληθ. | κολοβώνονται | κολοβώνονταν κολοβωνόντουσαν |
θα κολοβώνονται | να κολοβώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κολοβώθηκα | θα κολοβωθώ | να κολοβωθώ | κολοβωθεί | ||
| β' ενικ. | κολοβώθηκες | θα κολοβωθείς | να κολοβωθείς | κολοβώσου | ||
| γ' ενικ. | κολοβώθηκε | θα κολοβωθεί | να κολοβωθεί | |||
| α' πληθ. | κολοβωθήκαμε | θα κολοβωθούμε | να κολοβωθούμε | |||
| β' πληθ. | κολοβωθήκατε | θα κολοβωθείτε | να κολοβωθείτε | κολοβωθείτε | ||
| γ' πληθ. | κολοβώθηκαν κολοβωθήκαν(ε) |
θα κολοβωθούν(ε) | να κολοβωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω κολοβωθεί | είχα κολοβωθεί | θα έχω κολοβωθεί | να έχω κολοβωθεί | κολοβωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις κολοβωθεί | είχες κολοβωθεί | θα έχεις κολοβωθεί | να έχεις κολοβωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει κολοβωθεί | είχε κολοβωθεί | θα έχει κολοβωθεί | να έχει κολοβωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε κολοβωθεί | είχαμε κολοβωθεί | θα έχουμε κολοβωθεί | να έχουμε κολοβωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε κολοβωθεί | είχατε κολοβωθεί | θα έχετε κολοβωθεί | να έχετε κολοβωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν κολοβωθεί | είχαν κολοβωθεί | θα έχουν κολοβωθεί | να έχουν κολοβωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κολοβώνομαι
|
|