κολοκύθι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολοκύθι κολοκύθια
γενική κολοκυθιού κολοκυθιών
αιτιατική κολοκύθι κολοκύθια
κλητική κολοκύθι κολοκύθια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολοκύθι < μεσαιωνική ελληνική κολοκύθι < κολοκύνθιν < αρχαία ελληνική κολοκύνθιον, υποκοριστικό του κολοκύνθη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.lɔ.ˈci.θi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολοκύθι ουδέτερο

  1. ο καρπός της κολοκυθιάς, στενόμακρος, πρασινωπός απ’ έξω, άσπρος από μέσα, με σπόρια
    συνώνυμα: κολοκυθάκι
  2. (μεταφορικά) ανόητος λόγος
    συνώνυμα: ανοησία, βλακεία, χαζομάρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

κολοκύθια!

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]