Μετάβαση στο περιεχόμενο

κολομβιανός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κολομβιανός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κολομβιανός η κολομβιανή το κολομβιανό
      γενική του κολομβιανού της κολομβιανής του κολομβιανού
    αιτιατική τον κολομβιανό την κολομβιανή το κολομβιανό
     κλητική κολομβιανέ κολομβιανή κολομβιανό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κολομβιανοί οι κολομβιανές τα κολομβιανά
      γενική των κολομβιανών των κολομβιανών των κολομβιανών
    αιτιατική τους κολομβιανούς τις κολομβιανές τα κολομβιανά
     κλητική κολομβιανοί κολομβιανές κολομβιανά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κολομβιανός < Κολομβία + -ανός[1] < γαλλική Colombie[1] < ισπανική Colombia < ιταλική Colombo (Χριστόφορος Κολόμβος) < λατινική columbus (περιστέρι) < αρχαία ελληνική κόλυμβος (αντιδάνειο) < κολυμβάω

Επίθετο

[επεξεργασία]

κολομβιανός, -ή, -ό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]