κολονέλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κολονέλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολονέλος < προέλευσης από τη βενετική colonelo ή από την ιταλική colonello
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ko.loˈne.los/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐λο‐νέ‐λος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κολονέλος αρσενικό
- (ειρωνικό, στρατιωτικός όρος) συνταγματάρχης
πραξικόπημα των κολονέλων
Πηγές
[επεξεργασία]- κολονέλος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κολονέλος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κολονέλος < (άμεσο δάνειο) βενετική colonelo (ιταλική colonnello)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: κολονέλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κολονέλος αρσενικό (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)
- (επάγγελμα) ανώτερος αξιωματικός, συνταγματάρχης
- ※ 16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Κατζούρμπος, Πράξη Γ΄, στίχ. 285 (285-288) @dimodis.greeklanguage.gr
- Τοῦ κολονέλου ἐδούλεψα, κι’ ἡ χάρη ἡ ἐδική σου
μοῦ βόηθησε, ἅγια Παρασκή, μὰ νὰ μὲ γεβεντίσου
σ’ ὅλη τὴ χώρα ἐλόγιαζα. Πούρι καλὰ τελειώθη
τὸ πράμα μὲ τὴν τέχνη μου κι’ ἄθρωπος δὲν τὸ γνώθει·- Λίνος Πολίτης (επιμ.), Γεωργίου Χορτάτση Κατζούρμπος: κωμωδία, κριτική έκδοση, σημειώσεις, γλωσσάριο [Κρητικόν Θέατρον, 1], Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 1964.
- Τοῦ κολονέλου ἐδούλεψα, κι’ ἡ χάρη ἡ ἐδική σου
- ※ 16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Κατζούρμπος, Πράξη Γ΄, στίχ. 285 (285-288) @dimodis.greeklanguage.gr
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- κολονέλου (γενική ενικού)
Πηγές
[επεξεργασία]- κολονέλος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Όροι της όψιμης μεσαιωνικής ελληνικής ή πρώιμης νεοελληνικής περιόδου
- Δάνεια από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά της όψιμης μεσαιωνικής ή πρώιμης νεοελληνικής
- Επαγγέλματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά κρητικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)