Μετάβαση στο περιεχόμενο

κολονέλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Κολονέλλος, Κολονέλος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κολονέλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολονέλος < προέλευσης από τη βενετική colonelo ή από την ιταλική colonello

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ko.loˈne.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐λο‐νέ‐λος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κολονέλος αρσενικό



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κολονέλος < (άμεσο δάνειο) βενετική colonelo (ιταλική colonnello)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: κολονέλος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κολονέλος αρσενικό (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)

  • (επάγγελμα) ανώτερος αξιωματικός, συνταγματάρχης
    ※  16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Κατζούρμπος, Πράξη Γ΄, στίχ. 285 (285-288) @dimodis.greeklanguage.gr
    Τοῦ κολονέλου ἐδούλεψα, κι’ ἡ χάρη ἡ ἐδική σου
    μοῦ βόηθησε, ἅγια Παρασκή, μὰ νὰ μὲ γεβεντίσου
    σ’ ὅλη τὴ χώρα ἐλόγιαζα. Πούρι καλὰ τελειώθη
    τὸ πράμα μὲ τὴν τέχνη μου κι’ ἄθρωπος δὲν τὸ γνώθει·
    Λίνος Πολίτης (επιμ.), Γεωργίου Χορτάτση Κατζούρμπος: κωμωδία, κριτική έκδοση, σημειώσεις, γλωσσάριο [Κρητικόν Θέατρον, 1], Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 1964.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]