κολπίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολπίτιδα < κόλπος (καθαρεύουσα) η κολπίτις, της κολπίτιδος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολπίτιδα θηλυκό

  • (ιατρική): φλεγμονή του βλεννογόνου του κόλπου.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]