κολυμπώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολυμπώ < μεσαιωνική ελληνική κολυμπῶ < αρχαία ελληνική κολυμβάω / κολυμβῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.ˈlim.bɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κολυμπώ

  1. επιπλέω και κινούμαι στο νερό με κινήσεις των χεριών και των ποδιών
  2. (μεταφορικά) έχω βυθιστεί σε κάποιο υγρό
  3. (μεταφορικά) έχω κάτι σε μεγάλη ποσότητα
    είναι πολύ πλούσιος, κολυμπάει στο χρυσάφι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κολυμπάω στα βαθιά (νερά) : ασχολούμαι με κάτι δύσκολο
  • κολυμπάω στα σκατά : έχω δυσκολίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]