κολόνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κολόνια, Κολωνία, κολωνός, Κολωνός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολόνα κολόνες
γενική κολόνας κολονών
αιτιατική κολόνα κολόνες
κλητική κολόνα κολόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολόνα < ιταλική colonna < λατινική columna < columen < culmen < πρωτοϊταλικά *kolamen < ινδοευρωπαϊκή *kelH- (ανέρχομαι, ψηλώνω, λόφος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολόνα θηλυκό

  1. κίονας
  2. στύλος
    οι κολόνες της ΔΕΗ
  3. (αρχιτεκτονική) στύλος από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατακόρυφο δομικό στοιχείο του φέροντος οργανισμού ενός κτηρίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]