κολύμπι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολύμπι κολύμπια
γενική κολυμπιού κολυμπιών
αιτιατική κολύμπι κολύμπια
κλητική κολύμπι κολύμπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολύμπι < κολυμπώ + (αναδρομικός σχηματισμός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.ˈlim.bi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολύμπι ουδέτερο

  1. το να μετακινείται κάποιος επιπλέοντας μέσα στο νερό με κατάλληλες κινήσεις των χεριών και των ποδιών
    Ο Σωτήρης ήταν ο μόνος που ήξερε καλό κολύμπι και χαιρόταν τη θάλασσα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κολύμβηση
  2. το να πηγαίνει κάποιος στην παραλία, για να κολυμπήσει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μπάνιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]