κομίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομίζω < αρχαία ελληνική κομίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

κομίζω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομίζω < κομῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

κομίζω

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  κομίζω   κομίζομαι 
Παρατατικός  ἐκόμιζον   ἐκομιζόμην 
Μέλλοντας  κομίσω & κομιῶ   κομιοῦμαι & κομισθήσομαι 
Αόριστος  ἐκόμισα   ἐκομισάμην & ἐκομίσθην 
Παρακείμενος  κεκόμικα   κεκόμισμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐκεκομίκειν   ἐκεκομίσμην 
Συντελ.Μέλλ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]