Μετάβαση στο περιεχόμενο

κομεντί

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κόμεντ, κομέντια ντελ άρτε

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κομεντί < γαλλική comédie < λατινική comoedia < αρχαία ελληνική κωμῳδία (αντιδάνειο) < κῶμος + ᾠδή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κομεντί θηλυκό άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]