κομματάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομματάκι κομματάκια
γενική
αιτιατική κομματάκι κομματάκια
κλητική κομματάκι κομματάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομματάκι < κομμάτι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομματάκι ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

κομματάκι

  • (μεταφορικά) λίγο ή κάπως
    μου φαίνεται κομματάκι σκληρό αυτό το κρέας
    είσαι κομματάκι περίεργος ώρες ώρες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε κομμάτι