Μετάβαση στο περιεχόμενο

κομματιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κομματιάζω < μεσαιωνική ελληνική κομματιάζω

κομματιάζω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]