κομμουνιστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κομμουνιστικός < κομμουνιστής + -ικός
Επίθετο
[επεξεργασία]κομμουνιστικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με τον κομμουνισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- ※ Πολλοί πυρήνες αποτελούν την αχτίδα με την αχτιδική επιτροπή. Πολλές αχτίδες, την περιφερειακή επιτροπή. Πολλές περιφερειακές τις περιοχές με τα γραφεία τους και πιο πάνω η Κεντρική Επιτροπή, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, εκδ. Γνώση, 1986, σελ. 198)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κομμουνισμός