κομπιουτεράκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομπιουτεράκι κομπιουτεράκια
γενική
αιτιατική κομπιουτεράκι κομπιουτεράκια
κλητική κομπιουτεράκι κομπιουτεράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομπιουτεράκι < κομπιούτερ + κατάληξη υποκοριστικού -άκι
Calculator.kodabar.jpg

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομπιουτεράκι

  1. η αριθμομηχανή
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που μπορεί να κάνει νοερά πολύπλοκους αριθμητικούς υπολογισμούς


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]