Μετάβαση στο περιεχόμενο

κομπογιαννίτισσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κομπογιαννίτισσα οι κομπογιαννίτισσες
      γενική της κομπογιαννίτισσας
    αιτιατική την κομπογιαννίτισσα τις κομπογιαννίτισσες
     κλητική κομπογιαννίτισσα κομπογιαννίτισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κομπογιαννίτισσα < κομπογιαννίτ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kom.bo.ʝaˈni.ti.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κομπογιαννίτισσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κομπογιαννίτισσα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε κομπογιαννίτης.

Αναφορές

[επεξεργασία]