Μετάβαση στο περιεχόμενο

κομποσχοίνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κομποσχοίνι τα κομποσχοίνια
      γενική του κομποσχοινιού των κομποσχοινιών
    αιτιατική το κομποσχοίνι τα κομποσχοίνια
     κλητική κομποσχοίνι κομποσχοίνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κομποσχοίνι < κόμπος + -ο- + σχοινί +

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kom.boˈsçi.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κομποσχοίνι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κομποσχοίνι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]