κομπόδεμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομπόδεμα κομποδέματα
γενική κομποδέματος κομποδεμάτων
αιτιατική κομπόδεμα κομποδέματα
κλητική κομπόδεμα κομποδέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομπόδεμα < κόμπος + δέμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομπόδεμα ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) κόμπος σε μαντήλι
  2. (παρωχημένο) (συνεκδοχικά) τα χρήματα που περιέχει μαντήλι δεμένο σε κόμπο
  3. (συνεκδοχικά) οι οικονομίες

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]