κομφορμιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κομφορμιστικός κομφορμιστική κομφορμιστικό
γενική κομφορμιστικού κομφορμιστικής κομφορμιστικού
αιτιατική κομφορμιστικό κομφορμιστική κομφορμιστικό
κλητική κομφορμιστικέ κομφορμιστική κομφορμιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κομφορμιστικοί κομφορμιστικές κομφορμιστικά
γενική κομφορμιστικών κομφορμιστικών κομφορμιστικών
αιτιατική κομφορμιστικούς κομφορμιστικές κομφορμιστικά
κλητική κομφορμιστικοί κομφορμιστικές κομφορμιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομφορμιστικός < κομφορμισμός / κομφορμιστής + -ικός < γαλλική conformisme < conformiste < αγγλική conformist < conform < μέσα αγγλικά conformen < αρχαία γαλλικά conformer < λατινική conformare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος conformo < con- + formo < αρχαία ελληνική μορφή (αντιδάνειο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mer- (λάμψη)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κομφορμιστικός, -ή, -ό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]