κομψοτέχνημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kom.psoˈte.xni.ma/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κομψοτέχνημα ουδέτερο
- χαρακτηρισμός αντικειμένου εξαιρετικής τέχνης, συχνά μικρών διαστάσεων
- ※ Ιδιόμορφος ροκάς, χαβαλεδιάρης κι ευαίσθητος καλλιτέχνης, έχει γράψει και μοιραστεί με τους φίλους του αρκετά μουσικοποιητικά κομψοτεχνήματα. (Λάκης Παπαδόπουλος σε τραγούδια για φίλους, athinorama.gr, 5/6/2012 )
- ≈ συνώνυμα: λεπτούργημα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- κομψοτέχνης
- και → δείτε τις λέξεις κομψός και τέχνη
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κομψοτέχνημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας