κονίστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κονίστρα κονίστρες
γενική κονίστρας κονιστρών
αιτιατική κονίστρα κονίστρες
κλητική κονίστρα κονίστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονίστρα < ελληνιστική κοινή < κόνις (το μέρος που είναι καλυμμένο με κόνιν, ψιλή άμμο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κονίστρα θηλυκό

  1. το μέρος της αρχαίας παλαίστρας που ήταν καλυμμένο με άμμο και μέσα στο οποίο διεξαγόταν ο αγώνας
  2. (μεταφορικά) στίβος, πεδίο στο οποίο δίνεται οποιοσδήποτε αγώνας, πολιτικός, πνευματικός κλπ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]