κονδύλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κοντύλι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κονδύλι κονδύλια
γενική κονδυλιού κονδυλιών
αιτιατική κονδύλι κονδύλια
κλητική κονδύλι κονδύλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κονδύλι < μεσαιωνική ελληνική κονδύλι(ν) < ελληνιστική κοινή κονδύλιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κόνδυλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κονδύλι ουδέτερο (& κονδύλιο)

  1. ένα ποσό χρημάτων για δαπάνες, που εγγράφεται σε κρατικό ή εταιρικό προϋπολογισμό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]