κονεσέρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονεσέρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική connaisseur • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κονεσέρ αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]