κονιοσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κονιοσκόπιο κονιοσκόπια
γενική κονιοσκοπίου κονιοσκοπίων
αιτιατική κονιοσκόπιο κονιοσκόπια
κλητική κονιοσκόπιο κονιοσκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονιοσκόπιο < κόνις (σκόνη) + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κονιοσκόπιο ουδέτερο

  1. (τεχνολογία): ειδική συσκευή με την οποία ανιχνεύεται ρύπανση από σκόνη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]