κονισαλέος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κονισαλέος κονισαλέα κονισαλέο
γενική κονισαλέου κονισαλέας κονισαλέου
αιτιατική κονισαλέο κονισαλέα κονισαλέο
κλητική κονισαλέε κονισαλέα κονισαλέο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κονισαλέοι κονισαλέες κονισαλέα
γενική κονισαλέων κονισαλέων κονισαλέων
αιτιατική κονισαλέους κονισαλέες κονισαλέα
κλητική κονισαλέοι κονισαλέες κονισαλέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονισαλέος < ελληνιστική κοινή κονισαλέος < αρχαία ελληνική κονίσαλος < κόνις + -αλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κονισαλέος αρσενικό

  1. (λόγιο) γεμάτος με σκόνη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κατασκονισμένος, σκονισμένος
  2. (λόγιο) λησμονημένος, παλαιός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]