κονκάρδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κονκάρδα κονκάρδες
γενική κονκάρδας κονκαρδών
αιτιατική κονκάρδα κονκάρδες
κλητική κονκάρδα κονκάρδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονκάρδα < γαλλική cocarde < coq + -ard < λατινικά coccus < ηχομιμητική λέξη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κονκάρδα θηλυκό (& κογκάρδα)

  1. φορέας μηνύματος ή σήματος συνήθως κυκλικός από διάφορα υλικά που τοποθετείται στο πέτο (ή και αλλού) και με το οποίο δηλώνεται η προτίμηση μας σ' ένα κόμμα, μια ιδέα, έναν αθλητικό σύλλογο, ότι συμμετέχουμε σε συνέδριο κ.ο.κ.
  2. αισθητική καρφίτσα φτηνής κατασκευής συνήθως με θέμα που αναπτύσσεται στις δύο διαστάσεις (όχι καρφίτσα κόσμημα, πχ. αισθητική κονκάρδα με χρώματα ή σχήματα)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]