κονσέρβα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κονσέρβα κονσέρβες
γενική κονσέρβας κονσερβών
αιτιατική κονσέρβα κονσέρβες
κλητική κονσέρβα κονσέρβες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονσέρβα < (ιταλ. conserva) < conservare < λατ. cum + servo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κονσέρβα θηλυκό

να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;
τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]