κοντέινερ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντέινερ < αγγλική container

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντέινερ ουδέτερο άκλιτο

  1. εμπορευματοκιβώτιο