κοντοστέκομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντοστέκομαι < κοντοστέκω < κοντο- + στέκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κοντοστέκομαι (και κοντοστέκω)

  1. σταματάω ενώ περπατάω, συνήθως ξαφνικά, για λόγους αμφιβολίας, δισταγμού, σκέψης ή άλλης ενέργειας
    κοντοστάθηκε λίγο στο περίπτερο δήθεν για να διαβάσει τις εφημερίδες
  2. (κατ’ επέκταση) διστάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]