κοντόσταβλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοντόσταβλος κοντόσταβλοι
γενική κοντοστάβλου
& κοντόσταβλου
κοντοστάβλων
& κοντόσταβλων
αιτιατική κοντόσταβλο κοντοστάβλους
& κοντόσταβλους
κλητική κοντόσταβλε κοντόσταβλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντόσταβλος < μεσαιωνική ελληνική κοντόσταβλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντόσταβλος αρσενικό

  1. (ιστορία) υψηλόβαθμος βυζαντινός αξιωματούχος, που κατείχε ιεραρχικά την τρίτη θέση στη στρατιωτική ιεραρχία, μετά από εκείνες του Πρωτοστράτορα και του Μέγα Στρατοπεδάρχη. Ως τιμητικό αξίωμα, κατείχε τη δωδέκατη θέση στην αυλική ιεραρχία. (αρχικά υπεύθυνος για τους βασιλικούς στάβλους)
  2. (ιστορία) ναύαρχος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κοντόσταβλος κοντοστάβλω κοντόσταβλοι
Γενική κοντοστάβλου κοντοστάβλοιν κοντοστάβλων
Δοτική κοντοστάβλ κοντοστάβλοιν κοντοστάβλοις
Αιτιατική κοντόσταβλον κοντοστάβλω κοντοστάβλους
Κλητική κοντόσταβλε κοντοστάβλω κοντόσταβλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντόσταβλος < βενετική contestabile < μεσαιωνική λατινική conestabulus < λατινική comes stabuli < comes ("ακόλουθος, υπηρέτης") & stabuli γενική ενικού του stabulum ("στάβλος, οίκημα, ταβέρνα")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντόσταβλος αρσενικό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]