κοντόσταβλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοντόσταβλος κοντόσταβλοι
γενική κοντοστάβλου
& κοντόσταβλου
κοντοστάβλων
& κοντόσταβλων
αιτιατική κοντόσταβλο κοντοστάβλους
& κοντόσταβλους
κλητική κοντόσταβλε κοντόσταβλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντόσταβλος < μεσαιωνική ελληνική κοντόσταβλος ή κονοστάβλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντόσταβλος αρσενικό

  1. (ιστορία) υψηλόβαθμος βυζαντινός αξιωματούχος
  2. (ιστορία) ναύαρχος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Δείτε

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντόσταβλος < βενετική contestabile < μεσαιωνική λατινική conestabulus < λατινική comes stabuli < comes ("ακόλουθος, υπηρέτης") & stabuli γενική ενικού του stabulum ("στάβλος, οίκημα, ταβέρνα")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντόσταβλος αρσενικό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κονοστάβλος - Κριαράς, Εμμανουήλ. Επιτομή του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α'-ΙΔ'. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
    Κατά το λεξικό, τρίτος τη τάξει στην στρατιωτική ιεραρχία μετά τον πρωτοστράτορα και τον μεγάλο στρατοπεδάρχη