κοουτσάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοουτσάρισμα κοουτσαρίσματα
γενική κοουτσαρίσματος κοουτσαρισμάτων
αιτιατική κοουτσάρισμα κοουτσαρίσματα
κλητική κοουτσάρισμα κοουτσαρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοουτσάρισμα < κοουτσάρω + -ισμα < κόουτς < αγγλική coach < μέση γαλλική coche < γερμανική Kutsche < ουγγρική kocsi (άμαξα[1], αυτοκίνητο) < ουγγρικό χωριό Kocs

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοουτσάρισμα ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Η έννοια προπονητής, προγυμναστής ξεκίνησε από αργκό των φοιτητών του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που προσλάμβαναν κάποιον φροντιστή / προγυμναστή, για να τους «μεταφέρει» (σαν άμαξα) στην επιτυχία. Η αθλητική σημασία πρωτοεμφανίστηκε στην αγγλική λέξη coach στα 1861· βλ. coach στο αγγλικό βικιλεξικό.