κοπάδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοπάδι κοπάδια
γενική κοπαδιού κοπαδιών
αιτιατική κοπάδι κοπάδια
κλητική κοπάδι κοπάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπάδι < μεσαιωνική ελληνική κοπάδιν < ελληνιστική κοινή κοπάδιον < αρχαία ελληνική κοπή (< κόπτω) + κατάληξη υποκοριστικού -άδιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπάδι ουδέτερο

  1. το πλήθος, η συγκέντρωση πολλών ζώων μαζί
  2. το σύνολο αιγοπροβάτων
  3. (για ανθρ.) το μπουλούκι, το άτακτα τοποθετημένο πλήθος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αρνί που φύγει απ' το κοπάδι ή έξω από το μαντρί, το τρώει ο λύκος (παρ.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]