κοπέλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοπέλι κοπέλια
γενική κοπελιού κοπελιών
αιτιατική κοπέλι κοπέλια
κλητική κοπέλι κοπέλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπέλι < μεσαιωνική ελληνική κοπέλιν < αλβανική kopil < νοτιοσλαβική *kopylŭ (=βλαστάρι, νόθο τέκνο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπέλι ουδέτερο

  1. (κρητική διάλεκτος) και ναξιακή διάλεκτος (λαϊκότροπο) παιδί, αγόρι, νεαρός άντρας
    "τ' αγαπάω το κοπέλι / κι ας με κάνει ότι θέλει" (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)
  2. (λαϊκότροπο) μαθητευόμενος σε μια τέχνη ή εργασία

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]