κοπαδιάρικος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοπαδιάρικος < κοπαδιάρης + κοπαδιάρ(ης) + -ικος
Επίθετο
[επεξεργασία]κοπαδιάρικος
Συγγενικά
[επεξεργασία]- κοπαδιαστά (επίρρημα)
- κοπαδιαστός
→ και δείτε τη λέξη κοπάδι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοπαδιάρικος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κοπαδιάρικος — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)