κοπετός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κοπετός οι κοπετοί
      γενική του κοπετού των κοπετών
    αιτιατική τον κοπετό τους κοπετούς
     κλητική κοπετέ κοπετοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπετός < (λόγιο) αρχαία ελληνική κοπετός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.pɛˈtɔs/
συλλαβισμός: κο‐πε‐τός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπετός αρσενικό

  • οδυρμός, ο θρήνος κάποιου που κλαίει χτυπώντας με τα χέρια το στήθος του

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κοπετός κοπετώ κοπετοί
Γενική κοπετοῦ κοπετοῖν κοπετῶν
Δοτική κοπετ κοπετοῖν κοπετοῖς
Αιτιατική κοπετόν κοπετώ κοπετούς
Κλητική κοπετέ κοπετώ κοπετοί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπετός < (κόπτω) κοπ- + -ετός[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπετός αρσενικό

  1. θόρυβος, ιδίως θρήνου, οδυρμός
     συνώνυμα: κομμός

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]