κοπτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική κοπτικός κοπτική κοπτικό
γενική κοπτικού κοπτικής κοπτικού
αιτιατική κοπτικό κοπτική κοπτικό
κλητική κοπτικέ κοπτική κοπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοπτικοί κοπτικές κοπτικά
γενική κοπτικών κοπτικών κοπτικών
αιτιατική κοπτικούς κοπτικές κοπτικά
κλητική κοπτικοί κοπτικές κοπτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπτικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

κοπτικός

  1. σχετικός με την κοπή ή τον κόφτη
    πωλούνται κοπτικά μηχανήματα για βιβλιοδετεία και τυπογραφεία
  2. που αναφέρεται στους Κόπτες

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]