κοπτοραπτού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοπτοραπτού κοπτοραπτούδες
γενική κοπτοραπτούς κοπτοραπτούδων
αιτιατική κοπτοραπτού κοπτοραπτούδες
κλητική κοπτοραπτού κοπτοραπτούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπτοραπτού < κόπτω και ράπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπτοραπτού θηλυκό

  • ράφτρα που κόβει ύφασμα, συνήθως με πατρόν και το ράβει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]