κορίτς
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κορίτς < μεσαιωνική ελληνική κορίτσιν < κορίτσι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορίτς ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
κορίτς ουδέτερο