κοραλλιογενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοραλλιογενής κοραλλιογενής κοραλλιογενές
γενική κοραλλιογενούς κοραλλιογενούς κοραλλιογενούς
αιτιατική κοραλλιογενή κοραλλιογενή κοραλλιογενές
κλητική κοραλλιογενή(ής) κοραλλιογενής κοραλλιογενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοραλλιογενείς κοραλλιογενείς κοραλλιογενή
γενική κοραλλιογενών κοραλλιογενών κοραλλιογενών
αιτιατική κοραλλιογενείς κοραλλιογενείς κοραλλιογενή
κλητική κοραλλιογενείς κοραλλιογενείς κοραλλιογενή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοραλλιογενής < κοράλλι + -ο- + -γενής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική corallien)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /koɾaliɔʝεˈnis/
συλλαβισμός: κο‐ραλ‐λι‐ο‐γε‐νής

Επίθετο[επεξεργασία]

κοραλλιογενής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]