Μετάβαση στο περιεχόμενο

κορβανᾶς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κορβανάς

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική κορβανᾶς
      γενική τοῦ κορβαν
      δοτική τῷ κορβαν
    αιτιατική τὸν κορβανᾶν
     κλητική ! κορβαν
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'Μηνᾶς' όπως «Μηνᾶς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κορβανᾶς (ελληνιστική κοινή) < κορβᾶν (< εβραϊκή קָרְבָּן (qorbān, δώρο, προσφορά)) + -ᾶς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κορβανᾶς, -ᾶ αρσενικό (ελληνιστική κοινή)