κορδέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορδέλα κορδέλες
γενική κορδέλας κορδελών
αιτιατική κορδέλα κορδέλες
κλητική κορδέλα κορδέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορδέλα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορδέλα θηλυκό

  1. η διακοσμητική λωρίδα
  2. το πεπλατυσμένο νήμα
  3. (μεταφορικά) το στρινγκάκι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Μεγεθυντικά[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]