κορδέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορδέλα οι κορδέλες
      γενική της κορδέλας των κορδελών
    αιτιατική την κορδέλα τις κορδέλες
     κλητική κορδέλα κορδέλες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορδέλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κορδέλα < βενετική cordela < corda[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /koɾˈðe.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κορ‐δέ‐λα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορδέλα θηλυκό

  1. η διακοσμητική λωρίδα
  2. το πεπλατυσμένο νήμα
  3. (μεταφορικά) το στρινγκάκι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Μεγεθυντικά[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]