κορδώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορδώνομαι: παθητική φωνή του ρήματος κορδώνω < μεσαιωνική ελληνική κορδώνω < κόρδα + -ώνω < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (ποθώ, λαχταρώ)

Ρήμα[επεξεργασία]

κορδώνομαι

  1. κομπάζω, υπερηφανεύομαι
  2. στέκομαι ή περπατώ με τεντωμένο το κορμί και υψωμένο το κεφάλι, περπατώ καμαρωτά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]