κοριός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοριός κοριοί
γενική κοριού κοριών
αιτιατική κοριό κοριούς
κλητική κοριέ κοριοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοριός < αρχαία ελληνική κόρις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοριός αρσενικό

  1. (εντομολογία) ενοχλητικό παρασιτικό ζωύφιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κορέος, κόριζα
  2. (μεταφορικά) ηλεκτρονική συσκευή παρακολούθησης συνομιλιών
  3. (κατ’ επέκταση) ο άνθρωπος που παρακολουθεί (τηλεφωνικές κυρίως) συνομιλίες

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω τον ψόφιο κοριό: από φόβο ή αδιαφορία προσποιούμαι ότι δεν με απασχολεί κάτι που γίνεται ή λέγεται και με αφορά
  • θα πιάσουμε κοριούς: λέγεται για ανθρώπους που κάθονται υπερβολικά κοντά μας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]