κοριός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κοριός οι κοριοί
      γενική του κοριού των κοριών
    αιτιατική τον κοριό τους κοριούς
     κλητική κοριέ κοριοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοριός < αρχαία ελληνική κόρις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοριός αρσενικό

  1. (εντομολογία) ενοχλητικό παρασιτικό ζωύφιο
     συνώνυμα: κορέος, κόριζα
  2. (μεταφορικά) ηλεκτρονική συσκευή παρακολούθησης συνομιλιών
  3. (κατ' επέκταση) ο άνθρωπος που παρακολουθεί (τηλεφωνικές κυρίως) συνομιλίες

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω τον ψόφιο κοριό: από φόβο ή αδιαφορία προσποιούμαι ότι δεν με απασχολεί κάτι που γίνεται ή λέγεται και με αφορά
  • θα πιάσουμε κοριούς: λέγεται για ανθρώπους που κάθονται υπερβολικά κοντά μας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]