κορμάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορμάκι κορμάκια
γενική
αιτιατική κορμάκι κορμάκια
κλητική κορμάκι κορμάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορμάκι < κορμ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορμάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό της λέξης κορμί
  2. γυναικείο ρούχο, σε σχήμα ολόσωμου γυναικείου μαγιό, που φοριέται κυρίως στο χορό ή τη γυμναστική αλλά και σαν εσώρουχο
  3. ρούχο για μωρά που καλύπτει όλο το σώμα, τα χέρια και τα πόδια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε κορμί