κορμάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορμάρα κορμάρες
γενική κορμάρας
αιτιατική κορμάρα κορμάρες
κλητική κορμάρα κορμάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορμάρα < μεγεθυντικό του κορμί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορμάρα θηλυκό

  1. (οικείο) ωραίο κορμί
  2. (κατ’ επέκταση) άτομο με ωραίο κορμί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]