κορμοστασιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κορμοστασιά | οι | κορμοστασιές |
| γενική | της | κορμοστασιάς | των | κορμοστασιών |
| αιτιατική | την | κορμοστασιά | τις | κορμοστασιές |
| κλητική | κορμοστασιά | κορμοστασιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koɾ.mo.staˈsça/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορμοστασιά θηλυκό
- η στάση του κορμού ενός ανθρώπου, η γενική σωματική του διάπλαση
- ※ Σχιστά μάτια και αγαλματώδης κορμοστασιά έχουν ως αποτέλεσμα να σταματάει η κυκλοφορία – ακόμη και η ανάγνωση του σχεδίου Ανάν – στο πέρασμα της κυρίας, η οποία, σημειωτέον, έχει πλήρη επίγνωση των αισθημάτων που προκαλεί.
- H άλλη πλευρά της Λουκέρνης, Τα Νέα, 30 Μαρτίου 2004
- ※ Βασιζόταν στην καλή του εμφάνιση και στην όμορφη κορμοστασιά του, στους εκλεπτυσμένους τρόπους του και στην αξιοπρεπή του μόρφωση για να κερδίσει όσα ήθελε, και σπάνια απογοητευόταν. Παρ' όλα αυτά, δεν έβρισκε ησυχία.
- David Herbert Lawrence, Γιοι και εραστές, μετάφραση: Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα, 2023, ISBN 9786180336900, αρχική έκδοση: 1913 @google.gr/books
- ※ Σχιστά μάτια και αγαλματώδης κορμοστασιά έχουν ως αποτέλεσμα να σταματάει η κυκλοφορία – ακόμη και η ανάγνωση του σχεδίου Ανάν – στο πέρασμα της κυρίας, η οποία, σημειωτέον, έχει πλήρη επίγνωση των αισθημάτων που προκαλεί.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κορμοστασιά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κορμοστασιά - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)