κορμοστασιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κορμοστασιά | οι | κορμοστασιές |
| γενική | της | κορμοστασιάς | των | κορμοστασιών |
| αιτιατική | την | κορμοστασιά | τις | κορμοστασιές |
| κλητική | κορμοστασιά | κορμοστασιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koɾ.mo.staˈsça/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορμοστασιά θηλυκό
- η στάση του κορμού ενός ανθρώπου, η γενική σωματική του διάπλαση
- ※ Σχιστά μάτια και αγαλματώδης κορμοστασιά έχουν ως αποτέλεσμα να σταματάει η κυκλοφορία – ακόμη και η ανάγνωση του σχεδίου Ανάν – στο πέρασμα της κυρίας, η οποία, σημειωτέον, έχει πλήρη επίγνωση των αισθημάτων που προκαλεί.
- H άλλη πλευρά της Λουκέρνης, Τα Νέα, 30 Μαρτίου 2004
- ※ Σχιστά μάτια και αγαλματώδης κορμοστασιά έχουν ως αποτέλεσμα να σταματάει η κυκλοφορία – ακόμη και η ανάγνωση του σχεδίου Ανάν – στο πέρασμα της κυρίας, η οποία, σημειωτέον, έχει πλήρη επίγνωση των αισθημάτων που προκαλεί.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)