κορμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορμός κορμοί
γενική κορμού κορμών
αιτιατική κορμό κορμούς
κλητική κορμέ κορμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορμός < αρχαία ελληνική κορμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορμός αρσενικό

  1. (βοτανική) το τμήμα του φυτού πάνω από τις ρίζες και μέχρι τα κλαριά του
  2. (ανατομία) το μεσαίο τμήμα του ανθρώπινου σώματος, πάνω από τα πόδια και μέχρι τον αυχένα, το ανθρώπινο σώμα μη περιλαμβανομένων των άκρων και της κεφαλής
  3. το βασικό τμήμα ενός σχεδίου, μίας λειτουργίας, μίας οντότητας, μιας εργασίας θεωρητικής
    ο κορμός της έκθεσης, του προγράμματος, της παρέλασης
  4. (γαστρονομία) γλύκισμα που μοιάζει με κορμό δέντρου
  5. μαθήματα κορμού ονομάστηκαν τα βασικά μαθήματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία και ήταν κοινά σε όλες τις κατευθύνσεις ως εξίσου σημαντικά για όλες τις επιστήμες

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορμός < κείρω + παραγωγικό επίθημα -μός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορμός αρσενικό

  1. το μέρος ενός δέντρου από τις ρίζες μέχρι την κορυφή ή μέχρι εκεί που αρχίζει να διακλαδώνεται
  2. (συνεκδοχικά) το κομμένο τμήμα κορμού (1) δέντρου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]