κορνίζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορνίζα οι κορνίζες
      γενική της κορνίζας των κορνιζών
    αιτιατική την κορνίζα τις κορνίζες
     κλητική κορνίζα κορνίζες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορνίζα < βενετ. cornise < λατιν. cornix < αρχ. ελλ. κορώνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορνίζα θηλυκό

  1. διακοσμητικό πλαίσιο για τοποθέτηση έργων ζωγραφικής, φωτογραφιών, διπλωμάτων ή άλλων επίπεδων αντικειμένων

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]