κορνίζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορνίζα κορνίζες
γενική κορνίζας κορνιζών
αιτιατική κορνίζα κορνίζες
κλητική κορνίζα κορνίζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κορνίζα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κορνίζα θηλυκό

  1. διακοσμητικό πλαίσιο για τοποθέτηση έργων ζωγραφικής, φωτογραφιών, διπλωμάτων ή άλλων επίπεδων αντικειμένων

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]